Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Άννα Αχμάτοβα, μια ξεχωριστή λυρική φωνή με πάθος


Η ποίηση της Άννας Αχμάτοβα είναι γεμάτη πάθος και πόνο. Οι στίχοι της πάλλονται, διαπερνώνται απ’ τη σφοδρότητα των αισθημάτων της κι αυτό τους καθιστά πέρα ώς πέρα ανθρώπινους και διαχρονικούς. Ο αναγνώστης της ποίησής της δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος, τον τραβά μαζί της μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει. Η Anna Akhmatova (1889-1966) γεννήθηκε στην Μπολσόι Φοντάνα της Ουκρανίας. Το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Γκορένκο. Ο πρώτος σύζυγός της, ο Νικολάι Γκουμίλοφ, θανατώθηκε από το Σοβιετικό καθεστώς και ο μοναδικός της γιος, Λεβ Γκουμίλοφ, φυλακίστηκε επανειλημμένα. Οι σοβιετικοί αποδοκίμασαν την ποίησή της, συμπεριλαμβανομένου και του Μαγιακόφσκι, ως μη συμβατή με το κομμουνιστικό μοντέλο. Παρά τις διώξεις και τα δεινά που πέρασε, η Αχμάτοβα δεν μετανάστευσε ποτέ στο εξωτερικό. Η απόδοση στα ελληνικά έγινε από διάφορες εκδοχές των ποιημάτων της στα αγγλικά και έχει σκοπό να μεταδώσει την αγάπη μου γι’ αυτή τη ξεχωριστή ποιήτρια, που πέρασε πολλά δεινά, αλλά, το σημαντικότερο, κατάφερε να τα περάσει στους στίχους μ’ ένα τρόπο πληθωρικό και αλησμόνητο.


Θ’ ακούσεις τη βροντή

Θ’ ακούσεις τη βροντή
και θα με θυμηθείς
και θα σκεφτείς
τις θύελλες θέλησε

Το πλαίσιο τ’ ουρανού
θα ’χει το χρώμα της σκληρής πορφύρας
κι η καρδιά σου έτσι όπως ήταν
θα ’ναι τώρα στην φωτιά

Τη μέρα κείνη
όλα θα βγουν αληθινά
στη Μόσχα όταν
για τελευταία φορά θα πάρω άδεια
να τρέξω με λαχτάρα στα ψηλά
αφήνοντας σε σένα τη σκιά μου

*

Σκέφτηκες πως ήμουν ο τύπος
που θα μπορούσες να ξεχάσεις
πως θα ’κλαιγα και θα παρακαλούσα
πως θα ριχνόμουν στις οπλές των αλόγων

ή αυτή που θα ρωτούσε τους μάγους
για φίλτρο μαγικό απ’ τις ρίζες
να σου στείλω δώρο φοβερό:
το πολύτιμο αρωματισμένο μου μαντήλι

Ανάθεμά σε!
Δεν θα χαρίσω στην αναθεματισμένη ψυχή σου
δοτά δάκρυα ή μια μόνη ματιά

Στον κήπο των αγγέλων ορκίζομαι
στην άγια εικόνα
και στην πυρκαγιά και στον καπνό των νυχτών μας:
δεν θα γυρίσω σε σένα ποτέ

*

Έτριψα τα χέρια μου κάτω απ’ το πέπλο...
«Γιατί ’σαι σήμερα τόσο χλωμός;»
- Του έβαλα να πιει
της θλίψης το ξινό κρασί

Ποτέ δεν θα ξεχάσω; Τρέκλισε
το στόμα του συστράφηκε με πόνο
δίχως να πιαστώ στη σκάλα όρμησα
στην πόρτα πίσω του

λαχανιάζοντας έκλαψα:
«Ήταν μόνο ένα αστείο όλο κι όλο
αν ήταν να φύγεις, θα πέθαινα»
Χαμογέλασε ήρεμα και φοβερά:
«Μην στέκεσαι έξω στον αέρα»

1911

Χωρισμός

Βράδυ κι ο δρόμος γέρνει προς τα κάτω
Χθες στην αγάπη ακόμα
«μην ξεχάσεις» προσευχήθηκες
Τώρα έμεινε μόνο το κλάμα των βοσκών
κι άνεμοι αστραποβολούν
κι οι ανήσυχοι κέδροι στέκονται
σαν φωτεινά ελατήρια

*

Πώς μπορείς να κοιτάς το Νieva;
Πώς μπορείς ν’ ανεβαίνεις στις γέφυρες;
Για έναν λόγο είμαι λυπημένη από τότε
που εμφανίστηκες στα μάτια μου μπροστά

Αιχμηρά είναι τα φτερά των μαύρων αγγέλων
η τελευταία κρίση δεν αργεί
και σμέουρα καίγονται σαν τα τριαντάφυλλα
στο άσπρο ανθισμένο χιόνι.

Ο φιλοξενούμενος

Όλα όπως πριν: στα παράθυρα της τραπεζαρίας
κτυπά το ανεμοδαρμένο χιόνι
κι ούτε έχω αλλάξει
αλλ’ ένας άντρας ήρθε σε μένα
«Τι θέλεις;» ρώτησα:
«Να ’μαι μαζί σου», απάντησε, «στην κόλαση»
Γέλασα: «ω, εσύ
μας πας και τους δυο για την καταστροφή»
Αλλά σηκώνοντας το διψασμένο χέρι του
άγγιξε ελαφριά τα λουλούδια:
«Πες μου πώς σε φιλούν οι άντρες
Πες μου πώς συ φιλάς τους άντρες»
Και τα θαμπά του μάτια
αγκιστρώθηκαν στο δαχτυλίδι μου
Ούτε ένας μυς δεν έπαιξε
στο στραφτερό διαβολικό του πρόσωπο
Ω, ξέρω: η απόλαυσή του
είναι η ανήσυχη και παθιασμένη γνώση
ότι δεν χρειάζεται τίποτα
ότι δεν μπορώ να του αρνηθώ τίποτα

1914

*

Άκουσα μια φωνή. Καλούσε η παρηγόρια:
«Έλα προς τα εδώ, τώρα
Εγκατάλειψε την έρημη αμαρτωλή χώρα
Εγκατάλειψε τη Ρωσία, φύγε για πάντα
κι από τα χέρια σου θα ξεπλύνω το αίμα
θα σύρω τη μαύρη ντροπή απ’ την καρδιά σου
και μ’ ένα νέο όνομα θα συγκαλύψω
τις πληγές της δυστυχίας και της απώλειας»

Αλλά εγώ, ανεπηρέαστη κι ήρεμη,
κάλυψα τ’ αυτιά με τα χέρια μου
να εμποδίσω τον ανάξιο λόγο να λερώσει
τη λυπημένη μου ψυχή

1917

*

Άφησε τ’ όργανο, φώναξαν πολλοί
να τραγουδά θαρραλέα
να βρυχηθεί όπως η πρώτη καταιγίδα της άνοιξης!

Τα μισόκλειστα μάτια μου
πάνω απ’ τον ώμο της νέας γυναίκας σου
θα συναντήσουν τα μάτια σου
ακριβώς μια φορά κι ύστερα τέλος

Αντίο, να ’σαι ευτυχισμένος, σ’ απαλλάσσω
απ’ τους όρκους σου - αλλά πρόσεχε
πολυαγαπημένη καρδιά
μην και τις πιο ιερές μου λέξεις
το πυρετώδες παραλήρημα αναπνεύσεις
στο ερωτευμένο αυτί της συμβίας σου

Μάθε αυτό: θα δηλητηριάσουν και θα διαβρώσουν
τη διακαή κι ευλογημένη ένωσή σας
Πηγαίνω παραπέρα να ζητήσω –
ν’ απαιτήσω απ’ τον αγαπημένο μαγικό κήπο
όπου το γρασίδι αναστενάζει μαλακά κι οι μούσες μιλάνε

1921

Η Γυναίκα του Λοτ
και επέβλεψεν η γυνή αυτού εις τα οπίσω
και εγένετο στήλη αλός
Γένεση 19.26

Ο δίκαιος υπάκουσε τον αγγελιοφόρο του Θεού
τεράστιος και φωτεινός, απέναντι στο μαύρο λόφο
αλλά η απελπισία φώναξε στη γυναίκα του:
«Δεν είναι ακόμη αργά, κοίταξε πίσω
τους κόκκινους πύργους των Σοδόμων σου
την πλατεία που τραγούδησες
την αυλή που στροβιλίστηκες,
τα κενά παράθυρα του ψηλού σπιτιού
που ’καμες παιδιά στον αγαπημένο σου»

Μια μόνη ματιά: βέλος του πόνου ξαφνικά
ράβει τα μάτια της προτού να βγάλει άχνα
Το σώμα της ξεφλούδισε σε διαφανές αλάτι
και τα γρήγορα πόδια της στο χώμα ρίζωσαν

Ποιος θα θρηνήσει τη μοίρα της γυναίκας;
Δεν είναι και το έσχατο κείνων που χάθηκαν
Όμως η έρημη καρδιά μου ποτέ δεν θα ξεχάσει
πλήρωσε με τη ζωή της μια μόνη ματιά

1924

*

Αλλ’ άκουσε, σε προειδοποιώ
δεν ζω τον τελευταίο καιρό
ούτε σαν χελιδόνι, ούτε σαν σφένδαμος,
ούτε σαν καλάμι, ούτε σαν άστρο
ούτε σαν νερό πηγής
ούτε σαν πένθιμος ήχος καμπάνας...
Θα επιστρέψω στους θλιμμένους άντρες
δεν θα εξοργίσω πάλι τα όνειρά τους
με τους ακόρεστους πόθους μου

1940

Αυτό το ρώσικο χώμα

Σε όλο τον κόσμο κανένας άνθρωπος δεν είναι τόσο αδάκρυτος,
τόσο περήφανος, τόσο απλός όπως εμείς
1922

Σε μενταγιόν για γοητεία μην το φοράτε
Με στίχους για τις θλίψεις του μην κλαίτε
Με τις πανευτυχείς κοιλάδες της Εδέμ μην το συγκρίνετε
ατάραχο αφήνει τον πικρό μας ύπνο
Στην κυκλοφορία μέσα είναι μια σκέψη που ποτέ
ούτε ακόμη και στις καρδιές μας από μακριά δε ριζώνει
Μπροστά στα μάτια μας η εικόνα του δεν αιωρείται
αν και γίναμε ζητιάνοι, άρρωστοι, απελπισμένοι, μουγκοί
Είναι η λάσπη στα παπούτσια μας, είναι τα ερείπια
είναι η άμμος στα δόντια μας, είναι το λασπονέρι,
είναι η καθαρή, αμόλυντη σκόνη που θρυμματίζουμε,
που σφυροκοπάμε, που αναμιγνύουμε, που συντρίβουμε.
Αλλά είναι δικό μας, δικό μας, και θ’ ανοίξει μια μέρα
να μας αγκαλιάσει, να μας πάρει και να μας κάνει πηλό

1961

Αναχωρήσεις

Αν κι αυτή η γη δεν είναι δική μου,
θα θυμηθώ την εσωτερική της θάλασσα
τα παγωμένα της νερά
την άμμο, τόσο άσπρη
σαν τα παλιά κόκαλα, τα πεύκα
περίεργα κόκκινα εκεί που ο ήλιος κατεβαίνει

Δεν μπορώ να πω αν είναι η αγάπη μας
ή η μέρα που τελειώνει

1964


Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν. τ. 11

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ - Το πνεύμα της θλίψης και ο πρόωρος θάνατος


Ο Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ (1921-1947) έζησε από κοντά τη φρίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετώντας στο γερμανικό στρατό και πέθανε νεαρότατος, μόλις 26 χρονών, από ηπατίτιδα. Είναι κατά κύριο λόγο αντιπολεμικός συγγραφέας και υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να διαβάζονται τα έργα του. Δεν ξέρω αν κατάφερα να περάσω στο ελληνικό κείμενο αυτό το πνεύμα θλίψης για το μοιραίο, δοσμένο όμως από ένα νέο άτομο και όχι από έναν ηλικιωμένο. Η θλίψη του έχει μια δροσιά νεότητας με μια αίσθηση συνάφειας και αμεσότητας βιώματος και γραφής. Η πόλη που γεννήθηκε και έζησε, το Αμβούργο, είναι παρούσα σε πολλά ποιήματά του, δοσμένη μ’ ένα βλέμμα θλιμμένης κατανόησης, μιας οικείας αποδοχής. Το ποίημα «Ο άνεμος και το ρόδο» δείχνει να προφητεύει τον πρόωρο χαμό του. Τα Άπαντα του, ένας μικρός τόμος που έχω στην κατοχή μου, περιλαμβάνει μικρά πεζά, ποιήματα, το μεταφρασμένο στα ελληνικά θεατρικό του «Έξω μπροστά στην πόρτα» (εκδ. Αναγνωστίδη) και το αντιπολεμικό του μανιφέστο.


Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ

Χλωμό μικρό μου ρόδο
Ο αγέρας ήρθε ξέπλεκος
Από μακριά και σε πήρε
Λες κι ήταν τα πέταλα φουστάνι
Γυναίκας του λιμανιού π’ απλώνει.
Γκρίζος και άγριος!

Ίσως να δίστασε
Για λίγο κουρασμένος
Στις σκοτεινές πτυχές σου
Επιθυμώντας να ηρεμήσει
Όμως η μυρουδιά σου τον ξεγέλασε
Τον μέθυσε
Σηκώθηκε ορθός και φούσκωσε τα στήθη
Κι από ηδονή σε τέλειωσε.
Με το φιλί σου ακόμα ταξιδεύει
Όταν φυσά
Πάνω απ’ τη φοβισμένη χλόη


ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗ

Η θεά μεγαλούπολη μας έφτυσε
Σ’ αυτή την έρημη θάλασσα από πέτρα
Ρουφήξαμε την ανάσα της
Κι έπειτα μας άφησε μονάχους

Η πόρνη μεγαλούπολη μας έκλεισε τα μάτια
Στα τρυφερά και φθαρμένα χέρια της
Στενάζοντας κουτσαίναμε πόνο κι ηδονή
Κανένα έλεος πια δεν θέλαμε

Η μάνα μεγαλούπολη επιεικής είναι, μεγάλη
Κι όταν κενοί και κουρασμένοι είμαστε
Στον γκρίζο κόρφο της μιας πιάνει
Κι αιώνια από ψηλά οργανοπαίζει ο άνεμος


ΣΤΟ ΑΜΒΟΥΡΓΟ

Στο Αμβούργο δε μοιάζ’ η νύχτα
Σαν τις άλλες πόλεις
Η ήρεμη, μπλε γυναίκα
Στο Αμβούργο είναι γκρίζα
Και βαστά μ’ αυτούς που δεν προσεύχονται
Φρουρά στη βροχή

Στο Αμβούργο κατοικεί η νύχτα
Σ’ όλα τα καπηλειά του λιμανιού
Και φορά ελαφριά τα ρούχα της
Μαστροπεύει στοιχειωμένη και κρυφοπατώντας
Όταν πάνω στα φτωχά παγκάκια
Αγαπιόνται και γελούν

Στο Αμβούργο δε μπορεί η νύχτα
Γλυκές μελωδίες να μουρμουρίσει
Σαν αηδονιού κελάδημα
Αυτή ξέρει το τραγούδι των καραβιών
Που απ’ το λιμάνι βγαίνουν
μουρμουρίζοντας γκρινιάρικα
Μ’ ακρίβεια ευδαιμονική


ΒΡΟΧΗ

Η βροχή βαδίζει σαν γριά γυναίκα
Με σιωπηλή θλίψη διασχίζει τη χώρα
Τα μαλλιά της υγρά, το πανωφόρι της γκρίζο
Και πότε-πότε σηκώνει το χέρι

Και χτυπά απελπισμένα τα τζάμια των παραθυριών
Όπου οι κουρτίνες μυστικά ψιθυρίζουν
Το κορίτσι πρέπει να μείνει στο σπίτι κλεισμένο
Μ’ επιθυμία σήμερα μεγάλη να ζήσει.

Τότε τσακώνει ο άνεμος τη γριά απ’ τα μαλλιά
Και τα δάκρυα της γίνοντ’ άτακτοι λεκέδες
Με κίνδυνο αφήνει τα ρούχα της να πλέουν
Και χορεύει στοιχειωμένα σαν μάγισσα


ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Γιατί, αχ πες, γιατί
Φεύγει ο ήλιος τώρα;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Ο ήλιος τότε φεύγει μακριά

Γιατί, αχ πες, γιατί
Βυθίζετ’ η πόλη μας μες στη σιωπή;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Όταν θέλει γοργά να πλαγιάσει

Γιατί, αχ πες, γιατί
Καίει το φανάρι έτσι;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Και τότε καίγεται πέρα ώς πέρα

Γιατί, αχ πες, γιατί
Βαδίζουν κάμποσοι χέρι με χέρι;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Και τότε βαδίζουν χέρι χέρι

Γιατί, αχ πες, γιατί
Είν’ η καρδιά μας τόσο μικρή;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Σαν είμαστ’ όλοι τελείως μονάχοι


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ

Κόκκινα στόματα απ’ τις γκρίζες σκιές
Ρουχουλίζουν μια ζάλη γλυκιά
Και το φεγγάρι χρυσοπράσινο περνά
Μέσα από ’να δεμάτι ομίχλης χαμογελαστά

Γκρίζοι δρόμοι, κόκκινες στέγες
Κει μέσα, στο μέσο, νάτο, πράσινο φως!
Ένα τραγούδι χάσκει ο μεθυσμένος
Στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο

Γκρίζα λιθάρια και κόκκινο αίμα
Πρωί – πρωί όλα καλά
Το πρωί περνά ένα πράσινο φύλλο
Πνέοντας πάνω απ’ τη γκρίζα πόλη


Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν. τ. 9

Li Yu - Επαφές με την κινεζική ποίηση


Ήρθα σε επαφή με την κινέζικη ποίηση μέσα από τον ξεχωριστό Λι Τάι Πο, πριν αρκετά χρόνια. Αυτός ήταν η αιτία να ασχοληθώ μ’ αυτό το είδος ποίησης και να μεταφράσω κάμποσους κινέζους ποιητές – δυστυχώς από τις αγγλικές τους εκδοχές, μια και δεν γνωρίζω την κινέζικη γλώσσα.

Η κινέζικη ποίηση διαθέτει μια ατμόσφαιρα που εκρέει από το εσωτερικό του ποιήματος και πλημμυρίζει το μυαλό του αναγνώστη. Τα συναισθήματα ακουμπούν το ένα το άλλο και δεν διαπερνώνται. Πρόκειται για ένα εσωτερικό δράμα επαφής, για τριβές των ορίων. Τόσο αυτά που λέγονται όσο κι αυτά που δεν λέγονται προορίζονται να παίξουν ισάξιο ρόλο στις εξαιρετικές στιγμές των κινέζων ποιητών. Τους διακρίνει μια λεπτότητα αισθημάτων, μια νοσταλγία ως κίνηση ψυχής.

Αυτό που στη Δύση αποκαλούμε πεποίθηση, η προβολή της γνώμης του ποιητή, στην κινέζικη ποίηση προσομοιάζει περισσότερο στην αφή της ιδέας, προφανώς λόγω των ιδεογραμμάτων. Ιδέες φορτισμένες με αισθήματα και αποφορτισμένες σε αισθήματα, αυτό είναι που σε τελευταία ανάλυση προσδίδει τη λεπτότητα και τη χάρη στο κινέζικο ποίημα.

Ποιήματα της αγάπης και της απώλειας, από τα ci της δυναστείας Song, του νικημένου –και κατά γενική ομολογία αποτυχημένου - αυτοκράτορα, αλλά εξαιρετικού ποιητή Li Yu (937-978). Η αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας έγινε από τους νικητές του, της δυναστείας Song.


Li Yu (937-978)

Ο Ψαράς

Αφρισμένες παλίρροιες σαν νιφάδες χασομερούν
Δαμασκηνιές παραταγμένες ανθίζουν σιωπηλά
Ένα μπουκάλι κρασί και το ψάρεμα
Ποιος σ’ αυτό τον κόσμο μετριέται μαζί μου;

Το κουπί σχίζει στα δυο τα νερά πηγής
η βάρκα σαν φτερό επιπλέει
ένας μικρούλης γάντζος παίζει
στο τέλος του μεταξένιου σκοινιού

Το νησάκι γεμάτο λουλούδια
κι η κανάτα μου γεμάτη κρασί
Πάνω στα χίλια στρέμματα των κυμάτων
υπάρχει ελευθερία.


Ο Κήπος

Ο κήπος βαθύς και γαλήνιος
η αίθουσα άδεια και μικρή
Σε λίγο θ’ αρχίσει
το σφυροκόπημα των πλυστρών
ν’ ανακατεύεται με τον αέρα
Σ' αυτήν την αιώνια νύχτα
μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
τους διαλείποντες θορύβους
που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
απ’ το σεληνόφως.


Νέον Έτος

Ο αέρας επιστρέφει στη μικρή αυλή
καθώς οι λειχήνες πρασινίζουν
Τα μάτια της και τα φύλλα της ιτιάς
μια ακολουθία της άνοιξης
Κλίνοντας στο κιγκλίδωμα
σιωπά καιρό
Το νέο φεγγάρι κι οι κροτίδες
είναι το ίδιο πληκτικά όπως τότε

Η γιορτή κι η μουσική δεν έχουν πάψει
Στη λίμνη ο πάγος αρχίζει να λειώνει
Στο λαμπρό φως του κεριού
η αποπνικτική μυρουδιά,
Βαθιά κρυμμένοι
στο χρωματισμένο δωμάτιο οι ναοί μου
βαρυφορτωμένοι σκέψεις
άσπροι σαν πάγος…


Το Πιοτό

Χτες νύχτα ο αέρας κι η βροχή
κείνοι οι φθινοπωριάτικοι ήχοι
χτύπησαν τις κουρτίνες και τα τζάμια
Έκλαψε το κερί
Βυθίστηκ’ η κλεψύδρα
κι έκλινα στο προσκέφαλο
Σηκώθηκα
μα ειρήνη δεν βρήκα.

Όλες οι εγκόσμιες υποθέσεις
στη λήθη να ριχτούνε
Η ζωή εφιάλτης
Στα σίγουρα ο δρόμος
οδηγεί στο κελάρι.
Καμιά άλλη διαδρομή
δεν αξίζει τιμή


Ερωτοχτύπημα

Τα μαλλιά της δεμένα με κορδέλα
με καρφίτσα από νεφρίτη
Η πλούσια ρόμπα της
λεπτή και μαλακιά
ανάμεσα στα φρύδια
μια ρηχή αυλακιά

Οκτώβρης
βροχή κι αγέρας
χτυπούν τα φοινικόδεντρα
Ένας ανήμπορος άντρας
σε μιαν ατελείωτη νύχτα


Στη Φυλακή

Ένα νόμος σαράντα ετών
Ένα βασίλειο χιλίων μιλίων
Υπεροπτικά πριγκιπικά περίπτερα
ψωρόδεντρα και θάμνοι
πλέκονται σ’ ένα ομιχλώδες δίχτυ
Δεν γνώρισαν ποτέ
τον ήχο των όπλων.

Τώρα, πιασμένος και δούλος
τα μέλη μου ευπαθή
κι οι εκκλησιές μου γκρι

Δεν θα ξεχάσω ποτέ
την εσπευσμένη αναχώρηση
απ’ τον προγονικό βωμό
όταν τραγουδούσαν
οι μουσικοί της αυλής το αντίο
και τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα
κοίταξαν τα κορίτσια μου


Πόση λύπη;

Πόση λύπη
χτες νύχτα στ’ όνειρο;
βρισκόμουν στο κυνήγι
όπως συνήθιζα παλιά:
Τα άρματα σαν ποτάμι
και τ’ άλογα σαν ιπτάμενοι δράκοι
Τα άνθη, το σεληνόφωτο, το ευγενικό αεράκι
ήταν χαρά της άνοιξης

Πόσα δάκρυα χύθηκαν
στο πρόσωπο, στα μάγουλά μου
Δεν θα το πω το μυστικό στην καρδιά μου
ούτε να παίξεις φλάουτο από φοίνικα
με τη ματιά να στάζει δάκρυ
Βαρύ ’ναι να τ’ αντέξουμε


Απομνημονεύματα

Το κόκκινο στον κήπο της άνοιξης
μαράθηκε γρήγορα
το φταίξιμο απλώνεται συχνά
στην παγωμένη βροχή την αυγή
και στον αέρα στη σκοτεινιά

Πότε θα ξαναπέσουν
τα κόκκινα δάκρυα
που μεθούν και κρατούν στη σκλαβιά;
Σαν ποτάμι που γέρνει στο ξημέρωμα
η πονεμένη ζωή
περνά στο πικρότερο τέλος της


Το Παρελθόν

Η ομορφιά του τοπίου δεν γλυκαίνει
τις πικρές μνήμες
Στο προαύλιο τα βρύα καλύπτουν τα βήματα
κι ας φυσά το φθινόπωρο
Οι κουρτίνες της κάμαρας
μέρες κατεβασμένες
μια και κανένας δεν έρχεται

Θαμμένο χρόνια το χρυσό σπαθί
φιλοδοξίες μαραμένες σαν ζιζάνια
Στο δροσερό κι ακίνητο ουρανό
το φεγγάρι ανοίγει σαν λουλούδι
Οι σκιές των παλιών παλατιών μου
μοιραία θα πέσουν άσκοπα στις τάφρους


Γενέθλια

Δεν θα τελειώσουν ποτέ
τ’ ανοιξιάτικα λουλούδια
και τα φθινοπωριάτικα φύλλα;
Πόσα δε γίνανε
στο μικρό πύργο, χθες νύχτα
Ο ανατολικός αέρας
φύσηξε ακόμα μια φορά
Μπορώ να αντέξω τάχα
την παλαιά πατρίδα
στο φωτεινό φεγγάρι;

Τα χαραγμένα κιγκλιδώματα
και τα μαρμάρινα βήματα
ακόμα θα ’ναι κει
χωρίς τα μάγουλα της νιότης
Πόση θλίψη μπορώ να αντέξω;
Σαν ένα ποτάμι που ρέει ανατολικά
γεμάτο με νερά της πηγής


Ζωή

Τη θλίψη στην καρδιά σου προδίνουν
τα πρώτα γκρίζα μαλλιά
Η ζωή είναι όπως
οι κενές σειρές βουνών
που το χιόνι περιμένει να το συναντήσεις
Ακόμα υποχωρείς μοναχικά
απ’ το παρελθόν στην αγριότητα.


Ανοιξιάτικο ντους

Έξω από τις κουρτίνες η βροχή φλυαρεί
η εποχή σέρνει το τέλος της
Το μεταξένιο στρωσίδι δεν κρατά
τη ψύχρα την αυγή
Στο όνειρο ξέχασα
ότι ήμουν σ’ εξορία,
και κάποτε υπήρχε χαρά.


Ποτέ μη γέρνεις στο κιγκλίδωμα στη μοναξιά!

Ω, βουνά και ποτάμια μου
πόσο εύκολα χωριστήκαμε
πόσο σκληρός ο γυρισμός!
Άνοιξη, θα πορευτείς με πεσμένα πέταλα
και ρεύματα που γέρνουν στον παράδεισο;

Αφήστε με να μείνω μια στιγμή!

Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν, τ.8