Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ - Το πνεύμα της θλίψης και ο πρόωρος θάνατος


Ο Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ (1921-1947) έζησε από κοντά τη φρίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετώντας στο γερμανικό στρατό και πέθανε νεαρότατος, μόλις 26 χρονών, από ηπατίτιδα. Είναι κατά κύριο λόγο αντιπολεμικός συγγραφέας και υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να διαβάζονται τα έργα του. Δεν ξέρω αν κατάφερα να περάσω στο ελληνικό κείμενο αυτό το πνεύμα θλίψης για το μοιραίο, δοσμένο όμως από ένα νέο άτομο και όχι από έναν ηλικιωμένο. Η θλίψη του έχει μια δροσιά νεότητας με μια αίσθηση συνάφειας και αμεσότητας βιώματος και γραφής. Η πόλη που γεννήθηκε και έζησε, το Αμβούργο, είναι παρούσα σε πολλά ποιήματά του, δοσμένη μ’ ένα βλέμμα θλιμμένης κατανόησης, μιας οικείας αποδοχής. Το ποίημα «Ο άνεμος και το ρόδο» δείχνει να προφητεύει τον πρόωρο χαμό του. Τα Άπαντα του, ένας μικρός τόμος που έχω στην κατοχή μου, περιλαμβάνει μικρά πεζά, ποιήματα, το μεταφρασμένο στα ελληνικά θεατρικό του «Έξω μπροστά στην πόρτα» (εκδ. Αναγνωστίδη) και το αντιπολεμικό του μανιφέστο.


Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ

Χλωμό μικρό μου ρόδο
Ο αγέρας ήρθε ξέπλεκος
Από μακριά και σε πήρε
Λες κι ήταν τα πέταλα φουστάνι
Γυναίκας του λιμανιού π’ απλώνει.
Γκρίζος και άγριος!

Ίσως να δίστασε
Για λίγο κουρασμένος
Στις σκοτεινές πτυχές σου
Επιθυμώντας να ηρεμήσει
Όμως η μυρουδιά σου τον ξεγέλασε
Τον μέθυσε
Σηκώθηκε ορθός και φούσκωσε τα στήθη
Κι από ηδονή σε τέλειωσε.
Με το φιλί σου ακόμα ταξιδεύει
Όταν φυσά
Πάνω απ’ τη φοβισμένη χλόη


ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗ

Η θεά μεγαλούπολη μας έφτυσε
Σ’ αυτή την έρημη θάλασσα από πέτρα
Ρουφήξαμε την ανάσα της
Κι έπειτα μας άφησε μονάχους

Η πόρνη μεγαλούπολη μας έκλεισε τα μάτια
Στα τρυφερά και φθαρμένα χέρια της
Στενάζοντας κουτσαίναμε πόνο κι ηδονή
Κανένα έλεος πια δεν θέλαμε

Η μάνα μεγαλούπολη επιεικής είναι, μεγάλη
Κι όταν κενοί και κουρασμένοι είμαστε
Στον γκρίζο κόρφο της μιας πιάνει
Κι αιώνια από ψηλά οργανοπαίζει ο άνεμος


ΣΤΟ ΑΜΒΟΥΡΓΟ

Στο Αμβούργο δε μοιάζ’ η νύχτα
Σαν τις άλλες πόλεις
Η ήρεμη, μπλε γυναίκα
Στο Αμβούργο είναι γκρίζα
Και βαστά μ’ αυτούς που δεν προσεύχονται
Φρουρά στη βροχή

Στο Αμβούργο κατοικεί η νύχτα
Σ’ όλα τα καπηλειά του λιμανιού
Και φορά ελαφριά τα ρούχα της
Μαστροπεύει στοιχειωμένη και κρυφοπατώντας
Όταν πάνω στα φτωχά παγκάκια
Αγαπιόνται και γελούν

Στο Αμβούργο δε μπορεί η νύχτα
Γλυκές μελωδίες να μουρμουρίσει
Σαν αηδονιού κελάδημα
Αυτή ξέρει το τραγούδι των καραβιών
Που απ’ το λιμάνι βγαίνουν
μουρμουρίζοντας γκρινιάρικα
Μ’ ακρίβεια ευδαιμονική


ΒΡΟΧΗ

Η βροχή βαδίζει σαν γριά γυναίκα
Με σιωπηλή θλίψη διασχίζει τη χώρα
Τα μαλλιά της υγρά, το πανωφόρι της γκρίζο
Και πότε-πότε σηκώνει το χέρι

Και χτυπά απελπισμένα τα τζάμια των παραθυριών
Όπου οι κουρτίνες μυστικά ψιθυρίζουν
Το κορίτσι πρέπει να μείνει στο σπίτι κλεισμένο
Μ’ επιθυμία σήμερα μεγάλη να ζήσει.

Τότε τσακώνει ο άνεμος τη γριά απ’ τα μαλλιά
Και τα δάκρυα της γίνοντ’ άτακτοι λεκέδες
Με κίνδυνο αφήνει τα ρούχα της να πλέουν
Και χορεύει στοιχειωμένα σαν μάγισσα


ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Γιατί, αχ πες, γιατί
Φεύγει ο ήλιος τώρα;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Ο ήλιος τότε φεύγει μακριά

Γιατί, αχ πες, γιατί
Βυθίζετ’ η πόλη μας μες στη σιωπή;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Όταν θέλει γοργά να πλαγιάσει

Γιατί, αχ πες, γιατί
Καίει το φανάρι έτσι;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Και τότε καίγεται πέρα ώς πέρα

Γιατί, αχ πες, γιατί
Βαδίζουν κάμποσοι χέρι με χέρι;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Και τότε βαδίζουν χέρι χέρι

Γιατί, αχ πες, γιατί
Είν’ η καρδιά μας τόσο μικρή;
Κοιμήσου, μικρό μου, κι ελαφρά ονειρέψου
Το φέρνει κι αυτό η μαύρη νυχτιά
Σαν είμαστ’ όλοι τελείως μονάχοι


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ

Κόκκινα στόματα απ’ τις γκρίζες σκιές
Ρουχουλίζουν μια ζάλη γλυκιά
Και το φεγγάρι χρυσοπράσινο περνά
Μέσα από ’να δεμάτι ομίχλης χαμογελαστά

Γκρίζοι δρόμοι, κόκκινες στέγες
Κει μέσα, στο μέσο, νάτο, πράσινο φως!
Ένα τραγούδι χάσκει ο μεθυσμένος
Στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο

Γκρίζα λιθάρια και κόκκινο αίμα
Πρωί – πρωί όλα καλά
Το πρωί περνά ένα πράσινο φύλλο
Πνέοντας πάνω απ’ τη γκρίζα πόλη


Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν. τ. 9

Li Yu - Επαφές με την κινεζική ποίηση


Ήρθα σε επαφή με την κινέζικη ποίηση μέσα από τον ξεχωριστό Λι Τάι Πο, πριν αρκετά χρόνια. Αυτός ήταν η αιτία να ασχοληθώ μ’ αυτό το είδος ποίησης και να μεταφράσω κάμποσους κινέζους ποιητές – δυστυχώς από τις αγγλικές τους εκδοχές, μια και δεν γνωρίζω την κινέζικη γλώσσα.

Η κινέζικη ποίηση διαθέτει μια ατμόσφαιρα που εκρέει από το εσωτερικό του ποιήματος και πλημμυρίζει το μυαλό του αναγνώστη. Τα συναισθήματα ακουμπούν το ένα το άλλο και δεν διαπερνώνται. Πρόκειται για ένα εσωτερικό δράμα επαφής, για τριβές των ορίων. Τόσο αυτά που λέγονται όσο κι αυτά που δεν λέγονται προορίζονται να παίξουν ισάξιο ρόλο στις εξαιρετικές στιγμές των κινέζων ποιητών. Τους διακρίνει μια λεπτότητα αισθημάτων, μια νοσταλγία ως κίνηση ψυχής.

Αυτό που στη Δύση αποκαλούμε πεποίθηση, η προβολή της γνώμης του ποιητή, στην κινέζικη ποίηση προσομοιάζει περισσότερο στην αφή της ιδέας, προφανώς λόγω των ιδεογραμμάτων. Ιδέες φορτισμένες με αισθήματα και αποφορτισμένες σε αισθήματα, αυτό είναι που σε τελευταία ανάλυση προσδίδει τη λεπτότητα και τη χάρη στο κινέζικο ποίημα.

Ποιήματα της αγάπης και της απώλειας, από τα ci της δυναστείας Song, του νικημένου –και κατά γενική ομολογία αποτυχημένου - αυτοκράτορα, αλλά εξαιρετικού ποιητή Li Yu (937-978). Η αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας έγινε από τους νικητές του, της δυναστείας Song.


Li Yu (937-978)

Ο Ψαράς

Αφρισμένες παλίρροιες σαν νιφάδες χασομερούν
Δαμασκηνιές παραταγμένες ανθίζουν σιωπηλά
Ένα μπουκάλι κρασί και το ψάρεμα
Ποιος σ’ αυτό τον κόσμο μετριέται μαζί μου;

Το κουπί σχίζει στα δυο τα νερά πηγής
η βάρκα σαν φτερό επιπλέει
ένας μικρούλης γάντζος παίζει
στο τέλος του μεταξένιου σκοινιού

Το νησάκι γεμάτο λουλούδια
κι η κανάτα μου γεμάτη κρασί
Πάνω στα χίλια στρέμματα των κυμάτων
υπάρχει ελευθερία.


Ο Κήπος

Ο κήπος βαθύς και γαλήνιος
η αίθουσα άδεια και μικρή
Σε λίγο θ’ αρχίσει
το σφυροκόπημα των πλυστρών
ν’ ανακατεύεται με τον αέρα
Σ' αυτήν την αιώνια νύχτα
μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
τους διαλείποντες θορύβους
που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
απ’ το σεληνόφως.


Νέον Έτος

Ο αέρας επιστρέφει στη μικρή αυλή
καθώς οι λειχήνες πρασινίζουν
Τα μάτια της και τα φύλλα της ιτιάς
μια ακολουθία της άνοιξης
Κλίνοντας στο κιγκλίδωμα
σιωπά καιρό
Το νέο φεγγάρι κι οι κροτίδες
είναι το ίδιο πληκτικά όπως τότε

Η γιορτή κι η μουσική δεν έχουν πάψει
Στη λίμνη ο πάγος αρχίζει να λειώνει
Στο λαμπρό φως του κεριού
η αποπνικτική μυρουδιά,
Βαθιά κρυμμένοι
στο χρωματισμένο δωμάτιο οι ναοί μου
βαρυφορτωμένοι σκέψεις
άσπροι σαν πάγος…


Το Πιοτό

Χτες νύχτα ο αέρας κι η βροχή
κείνοι οι φθινοπωριάτικοι ήχοι
χτύπησαν τις κουρτίνες και τα τζάμια
Έκλαψε το κερί
Βυθίστηκ’ η κλεψύδρα
κι έκλινα στο προσκέφαλο
Σηκώθηκα
μα ειρήνη δεν βρήκα.

Όλες οι εγκόσμιες υποθέσεις
στη λήθη να ριχτούνε
Η ζωή εφιάλτης
Στα σίγουρα ο δρόμος
οδηγεί στο κελάρι.
Καμιά άλλη διαδρομή
δεν αξίζει τιμή


Ερωτοχτύπημα

Τα μαλλιά της δεμένα με κορδέλα
με καρφίτσα από νεφρίτη
Η πλούσια ρόμπα της
λεπτή και μαλακιά
ανάμεσα στα φρύδια
μια ρηχή αυλακιά

Οκτώβρης
βροχή κι αγέρας
χτυπούν τα φοινικόδεντρα
Ένας ανήμπορος άντρας
σε μιαν ατελείωτη νύχτα


Στη Φυλακή

Ένα νόμος σαράντα ετών
Ένα βασίλειο χιλίων μιλίων
Υπεροπτικά πριγκιπικά περίπτερα
ψωρόδεντρα και θάμνοι
πλέκονται σ’ ένα ομιχλώδες δίχτυ
Δεν γνώρισαν ποτέ
τον ήχο των όπλων.

Τώρα, πιασμένος και δούλος
τα μέλη μου ευπαθή
κι οι εκκλησιές μου γκρι

Δεν θα ξεχάσω ποτέ
την εσπευσμένη αναχώρηση
απ’ τον προγονικό βωμό
όταν τραγουδούσαν
οι μουσικοί της αυλής το αντίο
και τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα
κοίταξαν τα κορίτσια μου


Πόση λύπη;

Πόση λύπη
χτες νύχτα στ’ όνειρο;
βρισκόμουν στο κυνήγι
όπως συνήθιζα παλιά:
Τα άρματα σαν ποτάμι
και τ’ άλογα σαν ιπτάμενοι δράκοι
Τα άνθη, το σεληνόφωτο, το ευγενικό αεράκι
ήταν χαρά της άνοιξης

Πόσα δάκρυα χύθηκαν
στο πρόσωπο, στα μάγουλά μου
Δεν θα το πω το μυστικό στην καρδιά μου
ούτε να παίξεις φλάουτο από φοίνικα
με τη ματιά να στάζει δάκρυ
Βαρύ ’ναι να τ’ αντέξουμε


Απομνημονεύματα

Το κόκκινο στον κήπο της άνοιξης
μαράθηκε γρήγορα
το φταίξιμο απλώνεται συχνά
στην παγωμένη βροχή την αυγή
και στον αέρα στη σκοτεινιά

Πότε θα ξαναπέσουν
τα κόκκινα δάκρυα
που μεθούν και κρατούν στη σκλαβιά;
Σαν ποτάμι που γέρνει στο ξημέρωμα
η πονεμένη ζωή
περνά στο πικρότερο τέλος της


Το Παρελθόν

Η ομορφιά του τοπίου δεν γλυκαίνει
τις πικρές μνήμες
Στο προαύλιο τα βρύα καλύπτουν τα βήματα
κι ας φυσά το φθινόπωρο
Οι κουρτίνες της κάμαρας
μέρες κατεβασμένες
μια και κανένας δεν έρχεται

Θαμμένο χρόνια το χρυσό σπαθί
φιλοδοξίες μαραμένες σαν ζιζάνια
Στο δροσερό κι ακίνητο ουρανό
το φεγγάρι ανοίγει σαν λουλούδι
Οι σκιές των παλιών παλατιών μου
μοιραία θα πέσουν άσκοπα στις τάφρους


Γενέθλια

Δεν θα τελειώσουν ποτέ
τ’ ανοιξιάτικα λουλούδια
και τα φθινοπωριάτικα φύλλα;
Πόσα δε γίνανε
στο μικρό πύργο, χθες νύχτα
Ο ανατολικός αέρας
φύσηξε ακόμα μια φορά
Μπορώ να αντέξω τάχα
την παλαιά πατρίδα
στο φωτεινό φεγγάρι;

Τα χαραγμένα κιγκλιδώματα
και τα μαρμάρινα βήματα
ακόμα θα ’ναι κει
χωρίς τα μάγουλα της νιότης
Πόση θλίψη μπορώ να αντέξω;
Σαν ένα ποτάμι που ρέει ανατολικά
γεμάτο με νερά της πηγής


Ζωή

Τη θλίψη στην καρδιά σου προδίνουν
τα πρώτα γκρίζα μαλλιά
Η ζωή είναι όπως
οι κενές σειρές βουνών
που το χιόνι περιμένει να το συναντήσεις
Ακόμα υποχωρείς μοναχικά
απ’ το παρελθόν στην αγριότητα.


Ανοιξιάτικο ντους

Έξω από τις κουρτίνες η βροχή φλυαρεί
η εποχή σέρνει το τέλος της
Το μεταξένιο στρωσίδι δεν κρατά
τη ψύχρα την αυγή
Στο όνειρο ξέχασα
ότι ήμουν σ’ εξορία,
και κάποτε υπήρχε χαρά.


Ποτέ μη γέρνεις στο κιγκλίδωμα στη μοναξιά!

Ω, βουνά και ποτάμια μου
πόσο εύκολα χωριστήκαμε
πόσο σκληρός ο γυρισμός!
Άνοιξη, θα πορευτείς με πεσμένα πέταλα
και ρεύματα που γέρνουν στον παράδεισο;

Αφήστε με να μείνω μια στιγμή!

Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν, τ.8